Ομιλία στη Βουλή για Συνταξιοδοτικό Σύστημα Δημοσίου, άρθρα
Ομιλία επί των άρθων του Σ/Ν «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, 15-7-2010
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, που ολοκληρώνεται με το νομοσχέδιο που συζητούμε, κατέστη από τα πράγματα επείγουσα αναγκαιότητα. Καθυστερήσαμε διαχρονικά να προσαρμόσουμε το σύστημα στα νέα δεδομένα. Το σύστημα έφθασε στα όριά του και τα Ταμεία στο κόκκινο.
Η Κυβέρνηση με αίσθημα ευθύνης πήρε μια δύσκολη απόφαση, αλλά αυτό έπρεπε να κάνει. Αυτό είναι το χρέος της πολιτικής.
Ασφαλώς, με τη βίαιη προσαρμογή δημιουργούνται και αδικίες. Όμως, εκείνο που προέχει -και θα πρέπει με βάση αυτό να καθορίσουμε όλοι τη στάση μας- είναι η βιωσιμότητα του συστήματος.
Έρχομαι τώρα στα άρθρα του νομοσχεδίου και πέραν των όσων είπα επί της αρχής. Η εναρμόνιση των όρων συνταξιοδότησης στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα είναι προς τη θετική κατεύθυνση, αρκεί, όμως, όπως είπα επί της αρχής, να προσέξουμε τις ιδιαιτερότητες που έχει ο δημόσιος τομέας.
Είναι πράγματι μια νέα αρχή -δεν άκουσα στην Επιτροπή από τους εκπροσώπους που ακροαστήκαμε ένα βάσιμο αντίλογο- να πηγαίνουν οι νεοπροσλαμβανόμενοι από 1.1.2011 στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως ορίζεται στο άρθρο 2. Είναι σωστό.
Υπάρχουν, όμως, δύο ερωτήματα, κύριε Υπουργέ: Πρώτον, τι γίνεται με τη δημοσιονομική διάσταση, δεδομένου ότι το δημόσιο επιβαρύνεται πλέον με μεγαλύτερες εργοδοτικές εισφορές; Δεύτερον, πώς διασφαλίζεται η οικονομική ευρωστία των σημερινών ταμείων των Δημοσίων Υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν θα υπάρχουν νεοεισερχόμενοι, άρα και εισφορές;
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Κουράκης): Κύριοι συνάδελφοι, αν έχετε την καλοσύνη, παρακαλώ λίγη ησυχία στην Αίθουσα.
Συνεχίστε, κύριε Γείτονα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ: Λέω λοιπόν ότι καλό είναι να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα, κύριε Υπουργέ.
Η επόμενη αλλαγή είναι αυτή που προσδιορίζεται στο άρθρο 4. Είδα μάλιστα, κύριε Υπουργέ, ότι κάνατε και μία αλλαγή σήμερα, μία προσθήκη, στο άρθρο 4, παράγραφος 1. Και δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό που λέτε ότι «το τελικό ποσό σύνταξης καθορίζεται για όλα τα έτη με βάση το συντελεστή που αντιστοιχεί στο τελευταίο πλήρες έτος ασφάλισης». Εγώ έχω τοποθετηθεί και στην Επιτροπή και εδώ επί της αρχής. Σε σχέση με το άρθρο 4, να δούμε το ενδεχόμενο τυχόν δραστικής μείωσης των συντάξεων, διότι αλλάζει βασικά ο τρόπος. Προσδιορίζεται αναλογική και βασική σύνταξη κατά αντιστοιχία με ό, τι συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα, όμως ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών με βάση όλο τον εργασιακό χρόνο, συνδυαζόμενος και με τα μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης, μπορεί να μας δώσει μεγάλες διαφορές. Αν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο, δεν μπορεί να αποφευχθεί με άλλο τρόπο, παρά να αυξηθεί η βάση των συντάξιμων αποδοχών που μπορεί να γίνει στα πλαίσια νέου μισθολογίου, το οποίο θα περιλαμβάνει και τα επιδόματα. Αλλιώς, θα έχουμε απαράδεκτα μεγάλες διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες συντάξεις.
Όσον αφορά το άρθρο 5, για την πιστοποίηση της αναπηρίας: Η διάταξη είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα άρθρα 6 και 7 του νέου ασφαλιστικού νόμου, που ψηφίσαμε λίγες ημέρες πριν. Εγώ προσωπικά και με την εμπειρία μου ως Υπουργού Υγείας βρίσκω τη διάταξη πολύ θετική. Είναι σωστό να έχουμε ένα ενιαίο κέντρο πιστοποίησης της αναπηρίας και να έχουμε και ενιαίο κανονισμό εκτίμησης του ποσοστού αναπηρίας, όπως ορίζεται στο σχετικό άρθρο. Μέχρι τώρα είχαμε διαφορετικές επιτροπές και διαφορετικά κριτήρια εκτίμησης. Επικρατούσε έτσι ένα «αλαλούμ». Κι επειδή ακούω πολλούς συναδέλφους να μιλάνε για τις αναπηρικές συντάξεις–μαϊμού, θέλω να πω ότι μέσα σε αυτή τη μήτρα ενός «περιπτωσιακού» συστήματος, όπου η αναπηρία καθοριζόταν αλλιώς στο ΙΚΑ, αλλιώς σε άλλα ταμεία, αλλιώς στο Δημόσιο, στο Υπουργείο Υγείας για προνοιακούς λόγους, γεννήθηκαν οι αναπηρικές συντάξεις–μαϊμού.
Και με την ευκαιρία αυτή, κύριε Υπουργέ, θέλω να πω ότι, αφού αλλάζει το σύστημα και γίνεται πιο αντικειμενικό και πιο ελεγχόμενο, είναι καιρός να δούμε το θέμα του επανελέγχου και της επανεξέτασης αναπήρων, για να αποφύγουμε την ταλαιπωρία σε πολλούς. Υπάρχει αναπηρία που δεν αλλάζει -όταν είναι, για παράδειγμα, κομμένα και τα δύο πόδια- και δεν χρειάζεται να υπάρχει επανεξέταση και επανέλεγχος σε τακτά διαστήματα. Αυτό πρέπει να περιοριστεί μόνο στις περιπτώσεις όπου η αναπηρία μπορεί να αλλάζει σε κάποιο βαθμό και να υπάρχει βελτίωση ή χειροτέρευση.
Όσον αφορά τώρα το άρθρο 6: Με την υποχρεωτική απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γίνεται η εξίσωση των ηλικιακών ορίων ανδρών και γυναικών. Σ’ αυτό είχα την ευκαιρία να τοποθετηθώ αναλυτικά και στην Επιτροπή και να εκθέσω τις απόψεις μου, αλλά και στη συζήτηση επί της αρχής. Άκουσα όμως πάλι σήμερα κριτική για την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, διότι η Νέα Δημοκρατία παρέλειψε και να υπερασπιστεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την άποψη της χώρας και πριν την απόφαση του Δικαστηρίου να κάνει μια ήπια προσαρμογή, ούτως ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα. Αυτή η βίαιη προσαρμογή επιβαρύνει δυσανάλογα, ιδιαίτερα τις γυναίκες με παιδιά. Είναι θετικό ότι έγιναν ακόμα και χθες βελτιώσεις με βάση και προτάσεις που είχαμε κάνει, έτσι ώστε να γίνει πιο ήπια η προσαρμογή και να ανακουφιστούν εκείνες οι γυναίκες, που επιβαρύνονται ακόμα και με δεκαπέντε χρόνια. Απ’ ό, τι φαίνεται και όπως λέει η Κυβέρνηση δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Η αλλαγή του 5-5-5 σε 2-3-10, καθώς και τα πέντε πλασματικά χρόνια, όταν υπάρχουν τρία παιδιά, είναι μία βελτίωση.
Εφόσον δεν έχετε άλλα περιθώρια βελτίωσης, κύριε Υπουργέ, μιας και βρισκόμαστε προς το τέλος της συζήτησης, θα πρέπει τουλάχιστον να δείτε αυτό που έχει ειπωθεί κατά κόρον στην Αίθουσα, αλλά και από εμένα ως πρόταση. Να ενισχύσουμε δηλαδή τα κοινωνικά αντίβαρα, τα οποία αναφέρονται όχι σε επιδόματα, αλλά σε κοινωνικές υπηρεσίες, που μπορεί πραγματικά να βοηθήσουν τις γυναίκες με παιδιά, ώστε να μπορέσουν να συνδυάσουν επιτυχώς τον εργασιακό με τον οικογενειακό βίο.
Θα κλείσω μέσα στο χρόνο μου, κύριε Πρόεδρε, με μια κουβέντα πρόσθετη, πέραν των όσων είπα -και είπα αρκετά- επί της αρχής για τους ενστόλους. Υπάρχει ιδιαιτερότητα και γι’ αυτό η ρύθμιση κατατέθηκε με τροπολογία. Είναι θετικό ότι έγιναν βελτιώσεις και σε αυτό και ότι αναγνωρίστηκαν τα πέντε χρόνια ως δεδουλευμένα. Είναι τα πέντε χρόνια, τα οποία προκύπτουν στο σύνολο του εργασιακού βίου, λογαριάζοντας ότι οι ένστολοι, όπως π.χ. οι αστυνομικοί εργάζονται όχι πενθήμερο, αλλά έξι και επτά ημέρες. Είναι σωστό λοιπόν το ότι αναγνωρίστηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Υπάρχει επίσης το ζητούμενο της καταβολής των μη καταβληθεισών εισφορών. Το είπα και χθες, το επαναλαμβάνω και σήμερα, κύριε Υπουργέ: Αν υπάρχει περιθώριο, έστω και με αποφάσεις, να υπάρξει ευνοϊκότερη ρύθμιση σε σχέση με αυτά που πρέπει να πληρώσουν.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, απ’ ό, τι φαίνεται το νομοσχέδιο αυτό θα ψηφιστεί σε λίγο από τη Βουλή επί των άρθρων. Επομένως, το μεγάλο στοίχημα από εδώ και πέρα παραμένει η εφαρμογή του, προκειμένου να θεμελιωθεί ένα σύγχρονο και βιώσιμο σύστημα, ένα σύστημα που θα μπορεί πραγματικά να εγγυηθεί και τώρα και στο μέλλον αξιοπρεπείς συντάξεις στους συμπολίτες μας.
Ευχαριστώ.
















